Βασικοί Ασφαλιστικοί όροι

Underwriting: Η διαδικασία επιλογής και ταξινόμησης ασφαλισμένων κινδύνων από την ασφαλιστική εταιρεία.
Unit Linked προϊόντα: Ασφαλιστικά προϊόντα του κλάδου ζωής που μέρος των ασφαλίστρων επενδύεται απευθείας σε μονάδες επένδυσης, όπως τα αμοιβαία κεφάλαια.
Αντασφάλιση: Είναι η ασφάλιση μέρους του κινδύνου που ανέλαβε μια ασφαλιστική εταιρεία  από μια άλλη εξειδικευμένη ασφαλιστική που ονομάζεται αντασφαλιστής.
Αντισυμβαλλόμενος ή λήπτης της σύμβασης: Το πρόσωπο που συμβάλλεται με την ασφαλιστική εταιρεία και αναλαμβάνει τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την ασφαλιστική σύμβαση και την καταβολή του ασφαλίστρου. Ο αντισυμβαλλόμενος μπορεί να είναι και ασφαλισμένος και δικαιούχος. Ασφαλισμένος και Αντισυμβαλλόμενος μπορεί να είναι το ίδιο ή και διαφορετικό πρόσωπο.
Αξία καινούργιου: Είναι το ποσό που απαιτείται για την ανακατασκευή του κτιρίου ή την αντικατάσταση των αντικειμένων του περιεχομένου του, με στοιχεία ή αντικείμενα καινούργια, παρόμοιου τύπου, προδιαγραφών και απόδοσης.
Αξίες Εξαγοράς: Είναι το ποσό που υπάρχει στην διάθεση του Αντισυμβαλλομένου σε περίπτωση διακοπής του ασφαλιστηρίου συμβολαίου. Οι όροι και οι προϋποθέσεις άσκησης του δικαιώματος εξαγοράς καθορίζονται από το Ασφαλιστήριο Συμβόλαιο σας.
Απαλλαγή ή εκπιπτόμενο ποσό: Είναι το χρηματικό ποσό που ορίζεται στο ασφαλιστήριο και με το οποίο συμμετέχει ο ασφαλισμένος σε κάθε ζημιά.
Απαλλαγή πληρωμής ασφαλίστρων: Κάλυψη που περιλαμβάνεται στα περισσότερα συμβόλαια ζωής και υγείας και αναφέρει ότι η ασφαλιστική εταιρεία αναλαμβάνει την πληρωμή των ασφαλίστρων, εφόσον ο ασφαλισμένος καταστεί ανίκανος ολικά ή η ανικανότητά του διαρκέσει περισσότερο από ένα συγκεκριμένο διάστημα.
Αποζημίωση (ασφάλισμα): Είναι το ποσό που κατά περίπτωση οφείλει να καταβάλλει η Εταιρία προκειμένου να αποκατασταθεί το σύνολο ή μέρος της ζημιάς που προήλθε από ζημιογόνο γεγονός που καλύπτεται από το ασφαλιστήριο.
Ασφαλεια ζημιών: Καλύπτουν τους κινδύνους που απειλούν τα υλικά αγαθά και την περιουσία του ασφαλισμένου.
Ασφάλεια Ζωής: Είναι μια μορφή ασφάλειας και προστασίας του εισοδήματος από κινδύνους όπως η απώλεια ζωής ή η ανικανότητα για εργασία, που απειλούν να το συρρικνώσουν ή να το μηδενίσουν.
Ασφάλεια νοσοκομειακής περίθαλψης: Κάλυψη εξόδων μέχρι ένα ορισμένο ποσό και για ορισμένη περίοδο, όταν ο ασφαλισμένος εισαχθεί στο νοσοκομείο.
Ασφάλεια σπουδών: Ασφάλεια ζωής που αγοράζεται για να δοθεί στο παιδί του ασφαλισμένου ένα δεδομένο κεφάλαιο για τις σπουδές του.
Ασφαλιζόμενο αντικείμενο: Το αντικείμενο που καλύπτεται από την ασφαλιστική σύμβαση και του οποίου τα στοιχεία περιγράφονται λεπτομερώς στο ασφαλιστήριο.
Ασφαλιζόμενο ποσό: Είναι το ανώτατο ποσό αποζημίωσης που έχει συμφωνηθεί για την παροχή της ασφαλιστικής κάλυψης.
Ασφάλισμα / Αποζημίωση: Η παροχή που θα καταβληθεί στον ασφαλισμένο, όταν επέλθει το περιστατικό, δηλαδή ο ασφαλιστικός κίνδυνος.
Ασφαλισμένο όχημα: Είναι το όχημα που καλύπτεται από την ασφαλιστική σύμβαση και του οποίου τα στοιχεία περιγράφονται λεπτομερώς στο ασφαλιστήριο και που κινείται στο έδαφος και όχι σε τροχιές, με τη βοήθεια μηχανικής δύναμης ή ηλεκτρικής ενέργειας ανεξάρτητα αριθμού τροχών καθώς και κάθε ρυμουλκούμενο τροχοφόρο προσδεμένο με το κυρίως όχημα ή μη, καθώς και ποδήλατο με βοηθητικό κινητήρα.
Ασφαλισμένος: Είναι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο απειλείται από ασφαλιζόμενο κίνδυνο και αντλεί δικαιώματα από την ασφαλιστική σύμβαση. Ο ασφαλιζόμενος έχει τις ίδιες υποχρεώσεις με τον λήπτη της ασφάλισης.
Ασφαλιστήριο: Το τμήμα της ασφαλιστικής σύμβασης στο οποίο περιέχονται τα εξατομικευμένα στοιχεία της.
Ασφαλιστική Σύμβαση: Σύμβαση με την οποία η ασφαλιστική εταιρία αναλαμβάνει, έναντι ασφαλίστρου, την υποχρέωση να καταβάλει αποζημίωση ή να παράσχει παροχή σε περίπτωση που συμβεί ασφαλιζόμενο περιστατικό. Ασφάλιση χωρίς ασφαλιστική σύμβαση δεν υπάρχει.
Ασφαλιστικός διαμεσολαβητής: Κάθε πρόσωπο, φυσικό ή νομικό, που αναλαμβάνει ή ασκεί δραστηριότητες ασφαλιστικής διαμεσολάβησης έναντι αμοιβής. Είναι υποχρεωτική η εγγραφή του στο επαγγελματικό επιμελητήριο.
Ασφάλιστρο: Είναι το ποσό που πληρώνει ο λήπτης της ασφάλισης ή/και ασφαλιζόμενος στην Εταιρία για την παρεχόμενη ασφαλιστική κάλυψη.
Ατύχημα: περιστατικό/συμβάν που οφείλεται σε αιτία αιφνίδια, εξωτερική, ορατή, βίαιη, τυχαία και απόλυτα ανεξάρτητη από τη θέληση και συμμετοχή του λήπτη της ασφάλισης ή/και του ασφαλισμένου ή/και τυχόν δικαιούχων αποζημίωσης ή παροχής από την ασφαλιστική σύμβαση, επιφέρει ζημιές ή βλάβες σε ασφαλισμένα αντικείμενα ή ασφαλισμένα πρόσωπα ή σε τρίτους και καλύπτεται από αυτή την ασφαλιστική σύμβαση.
Γενική Αστική Ευθύνη: Καλύπτει τις δαπάνες που προέρχονται από την αξίωση τρίτων κατά του ασφαλισμένου για απώλεια ζωής, σωματικές βλάβες ή υλικές ζημιές.
Γενικοί Όροι: Οι όροι που προσδιορίζουν, μεταξύ άλλων και για το σύνολο της ασφαλιστικής σύμβασης, το πλαίσιο της ασφάλισης, τις διατάξεις των νόμων από τις οποίες διέπεται η ασφαλιστική σύμβαση, τις διαδικασίες κατάρτισης, ακύρωσης, τροποποίησης της ασφαλιστικής σύμβασης, το πώς ισχύει η ασφάλιση, τις γενικές εξαιρέσεις και τα γεωγραφικά όρια ισχύος του ασφαλιστηρίου, τι πρέπει να γίνει σε περίπτωση επίτασης του κινδύνου ή ζημιάς, τι ισχύει αν υπάρχει ασφάλιση και σε άλλη ασφαλιστική εταιρία ή επέλθει μεταβολή στο πρόσωπο του λήπτη της ασφάλισης ή του ασφαλιζόμενου, πως ασκούνται οι διαδικασίες διαιτησίας σε περίπτωση διαφωνίας των μερών της σύμβασης, το δίκαιο και τη δικαιοδοσία των δικαστηρίων σε περιπτώσεις επίδικων διαφορών των μερών της σύμβασης και τυχόν άλλες γενικής ισχύος διατάξεις.
Δήλωση Ζημιάς: Είναι η έγγραφη γνωστοποίηση του ζημιογόνου γεγονότος με αναλυτική περιγραφή του από τον ασφαλιζόμενο στην Εταιρία.
Δικαιούχος του ασφαλίσματος: Το πρόσωπο που έχει δικαίωμα να εισπράξει ασφαλιστική αποζημίωση.
Δικαίωμα Εναντίωσης: Το δικαίωμα του λήπτη της ασφάλισης να αρνηθεί το ασφαλιστήριο συμβόλαιο σε περίπτωση που (α) αυτό διαφοροποιείται από τις πληροφορίες που περιέχονταν στην Πρόταση ασφάλισης ή (β) δεν του έχουν παραδοθεί τα προβλεπόμενα από το νόμο πληροφοριακά στοιχεία καθώς και οι Γενικοί και Ειδικοί Όροι του Ασφαλιστηρίου. Το δικαίωμα εναντίωσης πρέπει να ασκηθεί με συστημένη επιστολή και σε συγκεκριμένο χρονικό διάστημα από την ημερομηνία παραλαβής του ασφαλιστηρίου. Η άσκηση του δικαιώματος εναντίωσης από τον λήπτη της ασφάλισης έχει σαν αποτέλεσμα την ακύρωση της ασφαλιστικής σύμβασης. Υποδείγματα των συστημένων επιστολών (άρθρο 2, παρ. 5 και 6 Ν.2496/97) εμπεριέχονται στο βιβλίο Γενικών και Ειδικών όρων της Εταιρίας.
Δικαίωμα υπαναχώρησης: Το δικαίωμα του λήπτη της ασφάλισης, σε περίπτωση έκδοσης ασφαλιστηρίου συμβολαίου διάρκειας μεγαλύτερης του ενός (1) έτους να υπαναχωρήσει εάν για οποιονδήποτε λόγο δεν επιθυμεί την ασφάλιση αυτή. Το δικαίωμα υπαναχώρησης πρέπει να ασκηθεί με συστημένη επιστολή και σε συγκεκριμένο χρονικό διάστημα από την ημερομηνία παραλαβής του ασφαλιστηρίου. Η άσκηση του δικαιώματος εναντίωσης από τον λήπτη της ασφάλισης έχει σαν αποτέλεσμα την ακύρωση της ασφαλιστικής σύμβασης.
Ειδικοί Όροι: Οι όροι που εξειδικεύουν συγκεκριμένες καλύψεις. Ειδικοί Όροι μπορεί να τροποποιούν Γενικούς Όρους.
Έντυπο Φιλικής Δήλωσης Τροχαίου Ατυχήματος (Απόφαση 3/5/26.01.2011 της ΤτΕ, Κεφ. IV, Άρθρο 13, παρ. 1&2): Είναι το έγγραφο που περιέχεται στην ασφαλιστική σύμβαση με σκοπό τη διευκόλυνση του ασφαλισμένου στην έγγραφη γνωστοποίηση στην Εταιρία ζημιογόνου γεγονότος. Είναι το ίδιο έντυπο, με βάση τη συμφωνία άμεσου διακανονισμού ζημιών από τροχαίο ατύχημα, που επιτρέπει στους ασφαλισμένους να απευθύνονται και να αποζημιώνονται, σε περίπτωση ατυχήματος και στο ποσοστό που δεν ευθύνονται, από την ασφαλιστική επιχείρηση που καλύπτει την αστική τους ευθύνη.
Έντυπο Αίτησης Αποζημίωσης Αρ.6 παρ.6 Π.Δ 237/86 (Απόφαση 3/5/26.01.2011 της ΤτΕ, Κεφ. IV, Άρθρο 13, παρ. 1&2): Το έγγραφο που περιέχεται στην ασφαλιστική σύμβαση με σκοπό τη διευκόλυνση του ασφαλισμένου στην, σύμφωνα με την προαναφερόμενη απόφαση της ΤτΕ, έγγραφη υποβολή αίτησης αποζημίωσης.
Επασφάλιστρο: Είναι η προσαύξηση του ασφαλίστρου λόγω ηλικίας, επαγγέλματος, υγείας, κατασκευής, ή άλλης ιδιαιτερότητας σε σχέση με τα τιμολογημένα.
Ζημιά: Είναι η απρόβλεπτη και οφειλόμενη σε τυχαίο, βίαιο και ανεξάρτητο από τη θέληση του ασφαλιζόμενου, βλάβη, απώλεια ή καταστροφή περιουσιακού στοιχείου.
Θάνατος από ατύχημα: Απώλεια ζωής λόγω σωματικής βλάβης από ατύχημα.
Ισόβιος ασφάλεια: Κάλυψη που προσφέρει προστασία καθ' όλη τη διάρκεια της ζωής του ασφαλισμένου. Σε περίπτωση απώλειας ζωής του ασφαλισμένου, η ασφαλιστική παροχή πληρώνεται στους δικαιούχους του.
Κάλυψη θανάτου: Το εγγυημένο κεφάλαιο, όπως αναφέρεται στο συμβόλαιο, πληρωτέο κατά την απώλεια ζωής του ασφαλισμένου.
Κτίριο / Οικοδομή: Είναι το κτίσμα μαζί με τις εγκαταστάσεις (πόρτες, παράθυρα, επενδύσεις, κεντρική θέρμανση, και λοιπά συναφή στοιχεία) που δεν είναι δυνατόν να αφαιρεθούν χωρίς να υποβαθμιστεί η αξία τους ή η αξία του κτίσματος.
Λήπτης της Ασφάλισης: Το πρόσωπο το οποίο συμβάλλεται με την ασφαλιστική Εταιρία για την κατάρτιση της συγκεκριμένης ασφαλιστικής σύμβασης και έχει υποχρέωση να εξοφλεί τα ασφάλιστρα. Ο λήπτης της ασφάλισης μπορεί να λειτουργεί για δικό του λογαριασμό ή για λογαριασμό τρίτου.
Μερική ανικανότητα: Ανικανότητα που δεν επιτρέπει στον ασφαλισμένο να εκτελέσει μέρος των καθηκόντων της εργασίας του, Ο ακριβής βαθμός ανικανότητας εξαρτάται από τους όρους του συμβολαίου.
Μόνιμη ολική ανικανότητα: Ανικανότητα ισοδύναμη με πλήρη και μόνιμη απώλεια ικανότητας προς εργασία.
Νομική προστασία: Καλύπτει τα έξοδα του ασφαλισμένου σε περίπτωση που εμπλακεί σε νομική διαδικασία π.χ. έξοδα δικηγόρων, δικαστικά έξοδα.
Νοσοκομειακή περίθαλψη: Καλύπτει τις δαπάνες που έγιναν στο νοσοκομείο. Ο ασφαλισμένος αποζημιώνεται για τις πραγματικές δαπάνες που πραγματοποίησε στο νοσοκομείο.
Ομαδική ασφάλιση: Είναι το ασφαλιστήριο συμβόλαιο που συνάπτεται μεταξύ του εργοδότη και της ασφαλιστικής εταιρείας και αφορά την ασφάλιση των υπαλλήλων.
Όριο ευθύνης Εταιρίας: Το ποσό μέχρι του οποίου ευθύνεται η Εταιρία να καταβάλει αποζημίωση.
Περιεχόμενο: Είναι τα κινητά αντικείμενα που είναι μέσα στον στεγασμένο χώρο της κατοικίας καθώς και αυτά που, ενώ είναι σταθερά προσαρτημένα στην οικοδομή, αν χρειαστεί μπορούν να αφαιρεθούν και να επανεγκατασταθούν σε άλλη οικοδομή χωρίς να χάσουν την αξία τους (π.χ. συσκευές κλιματισμού, φωτιστικά).
Περίοδος αναμονής: Ο αριθμός των ημερών, πριν από την παρέλευση των οποίων καμία αποζημίωση δεν καταβάλλεται.
Περίοδος Ασφάλισης: η περίοδος κατά τη διάρκεια της οποίας η Ασφαλιστική Εταιρία παρέχει ασφαλιστική κάλυψη στα ασφαλισμένα αντικείμενα ή πρόσωπα.
Πραγματογνώμονας: Φυσικό ή νομικό πρόσωπο που έχει εντολή από την Εταιρία να ερευνά την αιτία ή/και συνθήκες οποιασδήποτε ζημιάς και να προσδιορίζει το ύψος της.
Πρόσθετη Πράξη: Το έντυπο που εκδίδει η Εταιρία με περιεχόμενο που τροποποιεί ασφαλιστήριο που ισχύει.
Πράσινη Κάρτα: Είναι το πιστοποιητικό Διεθνούς Ασφάλισης που εκδίδει η Εταιρία όταν επεκτείνει την κάλυψη αστικής ευθύνης στο εξωτερικό, σύμφωνα με το Ν.489/1976 και τις διατάξεις που κάθε φορά καθορίζει το Γραφείο Διεθνούς Ασφάλισης. Το πιστοποιητικό ισχύει για το διάστημα που το ασφαλισμένο όχημα βρίσκεται εκτός των ορίων της Ελληνικής Επικράτειας, τουλάχιστον για ένα (1) μήνα ή για ακέραιο πολλαπλάσιο του μήνα, και ποτέ η ισχύς του δεν μπορεί να υπερβαίνει τη διάρκεια ισχύος του ασφαλιστηρίου.
Πρόσκαιρη ολική ανικανότητα: Ανικανότητα που προκαλεί ολική ζημιά στη φυσιολογική λειτουργία και κίνηση του ατόμου αλλά αναμένεται η πλήρης αποκατάστασή της.
Προσωπικά Δεδομένα: Η Εταιρία τηρεί και επεξεργάζεται αρχείο με προσωπικά δεδομένα των ασφαλισμένων της, με σκοπό την ομαλή λειτουργία και εκτέλεση της ασφαλιστικής σύμβασης. Αποδέκτες των προσωπικών δεδομένων των ασφαλισμένων είναι δυνατό να είναι τα πρόσωπα που διαμεσολαβούν για τη σύναψη της ασφαλιστικής σύμβασης, δημόσιες αρχές με βάση επιταγές των νόμων ή δικαστικών αποφάσεων, η Ένωση Ασφαλιστικών Εταιριών, οι έχοντες δικαιώματα από τις ασφαλιστικές συμβάσεις, πραγματογνώμονες, γιατροί, δικηγόροι, δικαστικοί επιμελητές κ.ά. Ο λήπτης της ασφάλισης ή/και ο ασφαλισμένος έχει το δικαίωμα να λαμβάνει, κατόπιν γραπτού αιτήματός του και έναντι ποσού που θα καθορίσει η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, τα στοιχεία που τον αφορούν προσωπικά ή και να προβάλλει τυχόν εύλογες αντιρρήσεις σύμφωνα με όσα ορίζονται στα άρθρα 12 και 13 του νόμου 2472/1997, και πάντως μέσα στα πλαίσια της ασφαλιστικής σύμβασης.
Προϋπάρχουσες παθήσεις: Οποιαδήποτε διαταραχή της υγείας του ασφαλισμένου, που είτε είχε παρουσιάσει συμπτώματα, είτε είχε διαγνωστεί, είτε είχε αντιμετωπιστεί με ιατρική ή/και φαρμακευτική αγωγή, είτε είναι επακόλουθο γενετικής ανωμαλίας ή τραυματισμού ή ασθενείας, πριν από την ημερομηνία ένταξής του στην ασφάλιση.
Συμβεβλημένο νοσοκομείο: Νοσοκομείο ή κλινική, στην Ελλάδα και το εξωτερικό με το οποίο η ασφαλιστική εταιρεία έχει συνάψει ειδική σύμβαση συνεργασίας και αποδέχεται να παρέχει στον ασφαλισμένο ελεύθερη πρόσβαση στις ιατρικές του υπηρεσίες, με βάση τους όρους και τις καλύψεις του ασφαλιστηρίου συμβολαίου.
Συνασφάλιση: είναι η περίπτωση κατά την οποία η εταιρεία ασφαλίζει μόνο μέρος της πιθανής ζημιάς, ενώ το υπόλοιπο το καλύπτει άλλη ασφαλιστική ή ο ασφαλισμένος.
Τρέχουσα εμπορική αξία: Είναι η αξία του ασφαλισμένου οχήματος πριν ακριβώς συμβεί ατύχημα, λαμβάνοντας υπόψη τη μείωση της αξίας λόγω φθοράς και παλαιότητας.
Υπασφάλιση: είναι η περίπτωση όπου το ασφαλισμένο κεφάλαιο ενός αντικειμένου είναι μικρότερο από την πραγματική αξία του (άρθρο 17, Ν.2496/97).
Υπερασφάλιση: είναι η περίπτωση όπου το ασφαλισμένο κεφάλαιο ενός αντικειμένου είναι μεγαλύτερο από την πραγματική του αξία (άρθρο 17, Ν.2496/97)
Φυσιολογική φθορά: Η φθορά/επιδείνωση της κατάστασης αντικειμένων από τη χρήση τους, την παλαιότητά τους ή τις συνθήκες περιβάλλοντος.